Αρχαιολογικές έρευνες σε οικισμό της Εποχής
του Χαλκού στον Πλάτανο Τρικάλων
Λεωνίδας Π. Χατζηαγγελάκης
ΤΡΙΚΑΛΙΝΑ 26 (2006) 343-363
Οι
αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή των Τρικάλων εντοπίζονται κυρίως
στον πεδινό χώρο, κατά μήκος της κοιλάδας του Πηνειού ποταμού, και
αφορούν ως επί το πλείστον σε σωστικές ανασκαφικές δραστηριότητες
της ΙΕ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Λάρισας)
παλιότερα και της νεοσύστατης ΛΔ ‘ Εφορείας Προϊστορικών και
Κλασικών Αρχαιοτήτων (Δυτικής Θεσσαλίας), με έδρα την Καρδίτσα, από
τον Ιανουάριο του 2004.
Ερευνητικές εργασίες σε νεολιθικές θέσεις και προϊστορικούς
οικισμούς του Νομού Τρικάλων έχουν διεξαχθεί κατά το παρελθόν από
τους Δ. Ρ. Θεοχάρη και Μαρία Θεοχάρη στην αρχαία Τρίκκη2,
από τον Γ. Χ. Χουρμουζιάδη στη Μαγούλα Κεφαλόβρυσου3,
από τον Κ. Γαλλή στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου4,από
την Αικ. Κυπαρίσση - Αποστολίκα στο Σπήλαιο της Θεόπετρας5.
Η
Θεσσαλία ήταν γνωστή στο ευρύ κοινό κυρίως από τον Νεολιθικό της
Πολιτισμό. Στους χρόνους της Εποχής του Χαλκού - Πρώιμης, Μέσης και
‘Υστερης (3200-1100 π.Χ. περίπου) -κατά τα προηγούμενα χρόνια ήταν
γνωστές ορισμένες μόνον θέσεις -κέντρα -στον χώρο της Ανατολικής
Θεσσαλίας (Ιωλκός- Άργισσα). Στους τελευταίους χρόνους, ύστερα από
σειρά ερευνών, επιφανειακών και ανασκαφικών, ήλθαν στο φως αρκετά
στοιχεία σχετικά με την ανάπτυξη εγκαταστάσεων της Χαλκοκρατίας,
τόσο στην Ανατολική, όσο και στη Δυτική Θεσσαλία6
Η
Εποχή Χαλκού θεωρείται ως ένα σημαντικό στάδιο στην εξέλιξη της
πολιτιστικής βαθμίδας μετά τη Νεολιθική Περίοδο. Αν και η χρήση του
χαλκού στην παραγωγική διαδικασία είχε προχωρήσει σημαντικά στη
νότια Ελλάδα, φαίνεται ωστόσο ότι οι πληθυσμοί της Θεσσαλίας, που
έλαβε το όνομα αυτό στα ιστορικά χρόνια, διατήρησαν τον νεολιθικό
τους χαρακτήρα. Εδώ θα επιχειρήσουμε μία πρώτη παρουσίαση νεότερων
ανασκαφικών δεδομένων της Εποχής του Χαλκού από τη Δυτική Θεσσαλία
και ιδιαίτερα από τον Πλάτανο του Νομού Τρικάλων.
Στην αρχαία Τρίκκη η ανασκαφική έρευνα κάτω από τα 3,40 μ. Αποκάλυψε
άφθονα κεραμικά λείψανα της μυκηναϊκής, της Μεσοελλαδικής και ίχνη
της Πρωτοελλαδικής Εποχής. Οι έρευνες εκείνες δεν απέδωσαν μεν
αρχιτεκτονικά λείψανα, εν τούτοις παρουσιάστηκαν τα πρώτα κεραμικά
στοιχεία της Πρώιμης και Μέσης Εποχής Χαλκού, ήτοι μονόχρωμα
μελανότεφρα, ερυθρά και καλά στιλβωμένα όστρακα, ελάχιστα Μινύεια
και πολύ ολίγα αμαυρόχρωμα γραπτά. Τα Μινύεια όστρακα
χαρακτηρίζονται εδώ ως επείσακτα.
Μεταγενέστερα, το 1976, άρχισαν οι έρευνες του Κώστα Γαλλή στην
Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου, στο μέσον περίπου της Ε. 0. Λαρίσης
-Τρικάλων, σε τομή που διενήργησε στην κορυφή της Μαγούλας, με σκοπό
να διερευνηθούν τα στρώματα κατοίκησης του προϊστορικού οικισμού. Με
τις στρωματογραφικές ανασκαφικές έρευνες επιβεβαιώθηκαν παχιές
επιχώσεις 4,00 μ. των πρώιμων φάσεων της Εποχής του Χαλκού. Στα
ανώτερα στρώματα των επιχώσεων αναπτύχθηκαν εγκαταστάσεις της ΜΕΧ
μέχρι βάθος 1, 70 μ., από τις οποίες είχαν σωθεί αρχιτεκτονικά
λείψανα και κεραμική χαρακτηριστική της Μέσης Εποχής Χαλκού.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Το
Δημοτικό Διαμέρισμα Πλατάνου βρίσκεται στον Καποδιστριακό Δήμο
Παραληθαίων, στους χαμηλούς προβούνους της οροσειράς των Χασίων.
Μια
πρώτη επιφανειακή έρευνα στην περιοχή των Χασίων γενικότερα και στον
Πλάτανο ειδικότερα έγινε από την ομάδα των Γάλλων ερευνητών υπό τον
Br. Helly και την Laurence Darmezin. Η επιφανειακή έρευνα (survey)
διεξήχθη το 1989 σε μια περιοχή όπου αποκαλύπτονται αρκετά
αρχαιολογικά στοιχεία όλων των εποχών7.
Στη
δημοσίευση της L Darmezin για τις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή
του Πλατάνου σχετικά με τη Νεολιθική εποχή και την Εποχή του Χαλκού
σημειώνεται μία μαγούλα πολύ λίγο ορατή, ανάμεσα στο Μεγαλοχώρι και
τη Χρυσαυγή, στη θέση «Χαλκόγη», ενώ σε σημείωμα της Σύνταξης
υπογραμμίζεται η επιβεβαίωση της ύπαρξης σημαντικότατου νεολιθικού
οικισμού στη θέση «Ανάληψη -Μοναστήρια», 500 μ. Β του Πλατάνου και
νότια της Οβριάσας από την ομάδα των Γάλλων αρχαιολόγων υπό τον Br.
Helly, που επισκέφτηκε την περιοχή Πλατάνου κατόπιν υποδείξεως του
Θ. Νημά, το Ι99Ι. Στην ίδια σημείωση αναφέρεται πιθανός νεολιθικός
οικισμός και στη θέση «Μαγούλα -Πηγαδίτσια», 500 μ. περίπου έξω από
τις ΝΑ υπώρειες του Πλατάνου8.
Στο 2ο Συμπόσιο Τρικαλινών Σπουδών ο Αθ. Κούγκουλος έδωσε
πιο πολλές πληροφορίες για τις νεολιθικές θέσεις της περιοχής αυτής,
σημειώνονταν δε πως μία συστηματική έρευνα στην περιοχή του Πλατάνου
επιφυλάσσει σημαντικές ανακαλύψεις9.
Από
την πλευρά μας δεν προχωρήσαμε σε συστηματική έρευνα, αλλά σε μία
πρώτη διερεύνηση στη θέση Ανάληψη» στο Δ. Δ. Πλατάνου σε
περιορισμένο χέρσο τμήμα, ανάμεσα στους αγρούς Μπίτου και Βασιλείου.
Ο ΧΩΡΟΣ
Ο
προϊστορικός οικισμός στη θέση «Ανάληψη -Μοναστήρια» του Δημοτικού
Διαμερίσματος Πλατάνου απλώνεται επάνω σε φυσικό χαμηλό ύψωμα προς
το βόρειο τμήμα της πεδιάδας των Τρικάλων. Bρίσκεται στα ΒΑ της
σύγχρονης κωμόπολης που απέχει περί τα Ι6 χιλιόμετρα από την
πρωτεύουσα του Νομού, σε θέση που ελέγχει τα περάσματα από την
κοιλάδα του Πλατάνου προς την Καλαμπάκα. Στη γύρω περιοχή στις
κορυφές υψωμάτων διατηρούνται τα λείψανα από δύο κάστρα, αυτό της
Κοκκώνας, χτισμένο κατά το πολυγωνικό σύστημα, και το άλλο της
Οβριάσας11, Ο
προϊστορικός οικισμός αναπτύσσεται στην ανατολική πλευρά του
πλατώματος, όπου και το εκκλησάκι της Ανάληψης, Ο χώρος έχει υποστεί
μεγάλες φθορές από τη μηχανική καλλιέργεια των αγρών, ύστερα από την
διανομή στον αναδασμό της δεκαετίας του 1960 και από μερική
ισοπέδωση. Στη συνέχεια, στην ίδια ανατολική κατεύθυνση,
αναπτύσσεται ο οικισμός της παλαιοχριστιανικής εποχής και το κάστρο
της Οβριάσας, Στα βόρεια, όπου ανοίγεται η κοιλάδα του Πλατάνου, το
έδαφος είναι αρκετά χαμηλότερα και αρκετά εύφορο για γεωργική
εκμετάλλευση.
Η ΑΝΑΣΚΑΦΗ
Με
τη συνεργασία και τη χρηματοδότηση του Δήμου Παραληθαίων, με αφορμή
δημοτικό έργο και μερική ισοπέδωση αγρών, προχωρήσαμε σε
διερευνητική ανασκαφική έρευνα στη Μαγούλα στη θέση «Ανάληψη» κατά
τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2004.
Παράλληλα προβήκαμε στην περισυλλογή σημαντικού αρχαιολογικού υλικού
από τη γύρω έκταση. Τα όρια στους κοντινούς αγρούς διακρίνονται από
τη μεγάλη συσσώρευση λίθων από τις υποκείμενες προϊστορικές
κατασκευές. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της ανασκαφικής έρευνας ο
προϊστορικός οικισμός στην πιο πάνω θέση κατοικήθηκε κατά τη
διάρκεια της Πρώιμης και της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Η ύπαρξη
εγκατάστασης και κατά τους ιστορικούς χρόνους είναι γνωστή προς το
παρόν μόνο από επιφανειακά κεραμικά ευρήματα,
Κατά τη μικρή διάρκεια της ανασκαφικής δραστηριότητας ερευνήθηκαν
επτά τομές σε συνολική έκταση 96 τ.μ., ενώ αφαιρέθηκαν επιχώσεις
πάχους περίπου 0, 75μ., χωρίς η ανασκαφή να προχωρήσει στο φυσικό
έδαφος. Το έδαφος είναι αρκετά επικλινές και η διάβρωση από τη βροχή
σε συνδυασμό με τον «καθαρισμό» του αγρού από πέτρες και την
καλλιέργειά του κατά το παρελθόν προκάλεσαν διαταραχή και καταστροφή
των αρχιτεκτονικών κατασκευών.
Τα
αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που εντοπίστηκαν διατηρούνται αποσπασματικά
και μας παρέχουν λίγες πληροφορίες για την αρχιτεκτονική του
οικισμού,
Ανάμεσα στους διάσπαρτους λίθους που βρέθηκαν σε όλη την ανασκαφή
μετά την αφαίρεση του επιφανειακού στρώματος, πάχους 0,20-0,50 μ.,
σώζονται σε περιορισμένοι έκταση αποσπασματικά πέντε τοίχοι. Είναι
κατασκευασμένοι στο χαμηλότερο τμήμα από ακανόνιστους λίθους
τοποθετημένους σε μια ή δυο παράλληλες σειρές χωρίς συνδετικό υλικό.
Η ανωδομή τους, που δεν σώζεται, ήταν από πηλό, όπως μαρτυρούν οι
πολυάριθμες μάζες καμένου πηλού που βρέθηκαν μεταξύ των λίθων σε όλη
την ανασκαμμένη περιοχή.
Σε
αρκετές μάζες πηλού διακρίνονται τα αποτυπώματα καλαμιών και
κλαδιών, που ίσως προέρχονται από τη στέγη των κατασκευών. Η
πρακτική αυτή για την κατασκευή κτισμάτων είναι γνωστή και από
άλλους οικισμούς της Πρώιμης Εποχής Χαλκού στη Θεσσαλία12.
Αν και οι τοίχοι βρίσκονται στο ίδιο περίπου βάθος, λόγω της
αποσπασματικότητάς των αρχιτεκτονικών στοιχείων και της
περιορισμένης έκτασής τους δεν διακρίνεται κάποια κάτοψη, εκτός από
τον βόρειο, σε ανώτερο επίπεδο, τοίχο που έχει κάτοψη ημικυκλική.
Κάτω από τους καμένους πηλούς
εντοπίστηκε κιτρινοκάστανο πηλώδες χώμα, που συνιστά το δάπεδο
χρήσης αυτών των κατασκευών. Κατά την αφαίρεσή του βρέθηκαν όστρακα
αγγείων, οστά ζώων και λίθινα εργαλεία.
Διαφορετικό είδος δαπέδου αποτελεί το εκτεταμένο λιθόστρωτο δάπεδο
με διαστάσεις 2,00 Χ 1,50 μ., στην περιοχή που ορίζουν οι τοίχοι 1,2
και 3. Αποτελείται από μικρούς λίθους με πυκνή διάταξη13 και
ίσως αποτελεί το υπόστρωμα κάποιας κατασκευής ή τμήμα δρόμου.
ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Kεραμική
Η
περισυλλογή και η ανασκαφική έρευνα απέδωσαν πολλά ευρήματα,
ενδεικτικά της δραστηριότητας των κατοίκων του οικισμού. Την
πολυπληθέστερη κατηγορία αποτελούν τα όστρακα αγγείων .
Η
κεραμική που προέρχεται από την ανασκαμμένη περιοχή είναι κατεξοχήν
χειροποίητη. Σε ορισμένα μάλιστα όστρακα υπάρχουν ενδείξεις ότι για
την κατασκευή τους χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της «κουλούρας». Η
διατήρησή τους δεν είναι καλή εξαιτίας της έντονης διάβρωσης και της
συχνής παρουσίας ιζημάτων, με αποτέλεσμα η αρχική επιφάνεια αρκετών
οστράκων να μην είναι ευδιάκριτη.
Με
εξαίρεση λίγα αγγεία, η πλειονότητα εντάσσεται στην κατηγορία της
μεσαίας και της χονδροειδούς κεραμικής σύμφωνα με την ποσότητα και
το μέγεθος των μη πλαστικών στοιχείων (μαρμαρυγία, χαλαζία,
ασβεστίτη) που περιέχει ο πηλός. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και
αγγεία με τοιχώματα μικρά σε πάχος περιέχουν μεγάλα εγκλείσματα. Ο
σχετικά καθαρός από προσμίξεις πηλός χαρακτηρίζει τα κόκκινα όστρακα
πάχους 1,5-2,5 εκ. που ανήκουν σε μεγάλα, αποθηκευτικά αγγεία. Ως
προς την επεξεργασία της επιφάνειας διακρίνονται αγγεία λειασμένα,
που αποτελούν και την πολυπληθέστερη κατηγορία, και σε μικρότερο
ποσοστό στιλβωμένα, λίγα αδρά και σαρωμένα.
Πρόκειται κυρίως για μονόχρωμα αγγεία στις αποχρώσεις του κόκκινου,
πορτοκαλέρυθρου, του καστανού και λιγότερο του μαύρου. Στο σύνολο
της κεραμικής που προήλθε από ανασκαφή και από περισυλλογή
περιλαμβάνονται μόνο έξι γραπτά όστρακα με παράλληλες ταινίες
ερυθρού και σκούρου καστανού χρώματος. Αρκετά συχνά είναι και τα
όστρακα με χρωματικές διαφοροποιήσεις στην επιφάνεια, φαινόμενο που
οφείλεται στις συνθήκες όπτησης των αγγείων. Τα αποθηκευτικά αγγεία
με παχιά τοιχώματα έχουν συνήθως κόκκινη επιφάνεια, οι φιάλες και οι
σκύφοι καστανέρυθρη και μαύρη, ενώ τα μαγειρικά σκεύη είναι κυρίως
μαύρα και σκούρα καστανά. Σε ορισμένα μεσαία όστρακα παρατηρείται η
χρήση ανοιχτού καστανού και λιγότερο κόκκινου επιχρίσματος που
καλύπτει την εξωτερική και πιο σπάνια την εσωτερική πλευρά των
αγγείων.
Σχετικά λίγα, σε σχέση με τον συνολικό αριθμό οστράκων, είναι τα
όστρακα που φέρουν κάποιο είδος διακόσμησης. Τα όστρακα με γραπτή
διακόσμηση είναι πολύ περιορισμένα. Στο μεγαλύτερο ποσοστό πρόκειται
για πλαστικές ταινίες με εμπίεστη σχινοειδή διακόσμηση, που
περιτρέχουν τον λαιμό μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων, μοτίβο
διαδεδομένο στην κεραμική της Πρώιμης Εποχής ΧαλκούΙ4.
Οι μικρές μαστοειδείς και δισκοειδείς αποφύσεις βρίσκονται σε
όστρακα από σκυφοειδή αγγεία με λεπτά τοιχώματα ή στις απολήξεις
κυλινδρικών, οριζόντιων υπερυψωμένων λαβών. Η εμπίεστη διακόσμηση,
που έχει γίνει με το δάχτυλο ή με κάποιο λεπτό εργαλείο,
παρατηρείται κυρίως σε χείλη αγγείων. Τα όστρακα με εγχάρακτη
διακόσμηση είναι μικρού μεγέθους, και δεν αναγνωρίζονται
συγκεκριμένα μοτίβα. Οι εγχαράξεις είναι βαθιές ευθείες και
τεθλασμένες και σε μια περίπτωση σώζεται επίθετη λευκή ύλη.
Κανένα αγγείο δεν σώθηκε ακέραιο, ούτε προέκυψε κάποιο από
συγκόλληση. Η αναγνώριση των τύπων των αγγείων έγινε με βάση τμήματα
αγγείων με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Τα περισσότερα όστρακα
προέρχονται από αγγεία καθημερινής κυρίως χρήσης, από σκεύη
κατάλληλα για την παρασκευή, την κατανάλωση και την αποθήκευση της
τροφής. Όστρακα από φιάλες, σκύφους, μεγάλα αποθηκευτικά και
μαγειρικά σκεύη βρέθηκαν σε όλη την ανασκαμμένη έκταση. Την πιο
πολυπληθή κατηγορία αποτελούν οι φιάλες τύπου Α, Β και ΣΤ15 (TZABEΛA-EVJEN
1984:..,), ρηχές και βαθιές κωνικές, ορισμένες με διάμετρο πάνω από
40 εκ., και οι σκύφοι, Μεγάλο ποσοστό των οστράκων ανήκει σε
αποθηκευτικά αγγεία με παχιά τοιχώματα, Τα περισσότερα χείλη έχουν
κλίση προς τα έξω και ορισμένα είναι κάθετα. Αρκετά .συχνά είναι τα
ταινιωτά χείλη που χαρακτηρίζουν κυρίως το τέλος της Πρώιμης Εποχής
του Χαλκού.
Οι
λαβές, ως επί το πλείστον, είναι κάθετες, πλατιές ταινιωτές και
κυλινδρικές ή σε σχήμα πεπλατυσμένου κυλίνδρου κάθετες, οριζόντιες
και λιγότερες υπερυψωμένες ή διχαλωτές, Οι ωτόσχημες αποφύσεις,
χρηστικές ή διακοσμητικές, είναι αρκετά κοινές. Οι βάσεις των
αγγείων είναι επίπεδες ή δακτυλιόσχημες, απλές ή διευρυμένες, Οι
δακτυλιόσχημες βάσεις προέρχονται από αγγεία με λεπτά τοιχώματα.
Στην κεραμική του Πλατάνου αγνωρίζονται αρκετά από τα στοιχεία που
χαρακτηρίζουν την κεραμική της Πρώιμης Εποχής Χαλκού στην υπόλοιπη
ηπειρωτική Ελλάδα, όπως η αυξημένη παρουσία χονδροειδούς κεραμικής
με ταυτόχρονη μείωση της λεπτής, ανομοιογένεια στο ψήσιμο, η απουσία
της πλούσιας γραπτής διακόσμησης και η ταυτόχρονη έμφαση σε
εγχάρακτα και εμπίεστα μοτίβα. Ωστόσο από την περισυλλογή στον
ευρύτερο χώρο της Μαγουλας συγκεντρώθηκε σημαντικός αριθμός οστράκων
κεραμικής που καθιστούν πιθανή την ύπαρξη εγκατάστασης κατά τη Μέση
Εποχή του Χαλκού και ίσως στους ιστορικούς χρόνους.
Μικρά ευρήματα
Τα
περισσότερα λίθινα ευρήματα προέρχονται από περισυλλογή και από την
καταστροφή τοιχαρίων και λιθοσωρών που κατασκεύασαν οι σύγχρονοι
κάτοικοι χρησιμοποιώντας το υλικό που υπήρχε σε αφθονία στα χωράφια
τους. Βρέθηκαν λειασμένα και αποκρουσμένα εργαλεία, που
χρησιμοποιουσαν οι κάτοικοι της προϊστορικής θέσης για να
εξυπηρετήσουν τις γεωργοκτηνοτροφικές, υλοτομικές και
τροφοπαρασκευαστικές δραστηριότητές τους. Είναι κατασκευασμένα από
πετρώματα της ευρύτερης περιοχής.Συγκεκριμένα για τις σφύρες, τις
αξίνες και τους «κρανιοθραύστες» χρησιμοποιήθηκε κυρίως ο γκρίζος
και ο καστανός κερατόλιθος. Οι τριπτήρες και οι τριπτήρες- σφύρες
είναι κατασκευασμένοι από ασβεστόλιθο και οι μυλόπετρες από πιο
μαλακά πετρώματα, όπως ο σχιστόλιθος. Σε μεγάλη ποσότητα έχουν
βρεθεί ξέστρα, λεπίδες, οπείς και αιχμές βελών από εντόπιο
πυριτόλιθο χρώματος σοκολατί για κοπτικές κυρίως δραστηριότητες, ενώ
απουσιάζει εντελώς ο οψιανός. Τα οστέινα εργαλεία είναι ελάχιστα.
Στα
πήλινα ευρήματα συγκαταλέγονται οι αγνύθες, τα σφονδύλια και τα
πηνία που μαρτυρούν την ενασχόληση με την υφαντική τέχνη. Το
μοναδικό πήλινο ειδώλιο από τον χώρο της ανασκαφής προέρχεται από
επιφανειακές επιχώσεις και απεικονίζει με σχηματικό τρόπο όρθια
ανθρώπινη, γυναικεία μάλλον, μορφή. Το κεφάλι αποδίδεται σαν μια
άμορφη απόφυση και ο λαιμός δεν δηλώνεται ξεχωριστά. Δυο μικρές
τριγωνικές αποφύσεις υποδηλώνουν τα χέρια και οι μαστοί αποδίδονται
πλαστικά. Τα κάτω άκρα δεν διακρίνονται, καθώς το ειδώλιο έχει
κωνική απόληξη και στηρίζεται σε επίπεδη βάση. Ο τύπος αυτός
ειδωλίου, ιδιαίτερα διαδεδομένος σε όλη τη Νεολιθική Εποχή,
συναντάται κυρίως στην τελευταία φάση της.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Λόγω της περιορισμένης έκτασης και του προσωρινού χαρακτήρα της
ανασκαφικής έρευνας, δεν διαθέτουμε αρκετά στοιχεία για την
πολεοδομική και κοινωνική οργάνωση του οικισμού. Περισσότερα είναι
γνωστά για την οικονομία. Από τη μέχρι τώρα ανασκαφική έρευνα
προκύπτει ότι οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία
και την υφαντική, ενώ για τις ανάγκες παρασκευής και διατήρησης των
τροφών κατείχαν την τέχνη της κατασκευής και διακόσμησης πήλινων
αγγείων.
Για
την κεραμική παραγωγή και τα υπόλοιπα ευρήματα περισσότερα είναι
γνωστά από άλλες θέσεις της Εποχής του Χαλκού -Πρώιμης και Μέσης
στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπως τα Πευκάκια, οι Λιθαρές, η Μάνικα και
οι Σιταγροί. Όμως, η κατανόηση των διακοινοτικών σχέσεων και της
θέσης που κατείχε σε αυτές ο προϊστορικός οικισμός του Πλατάνου, σε
μια εποχή που το δίκτυο ανταλλαγών αναπτύσσεται και ισχυροποιείται,
απαιτεί περαιτέρω έρευνα.




1.
Την παρούσα εργασία επιθυμούιιε να αφιερώσουμε, ως ύστατο χαίρε και
κατευώδιο, σε μιαεξαίρετη συνάδελφο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας,
στην εκλιπούσα φύλακα αρχαιοτήτων του Νοιιού Τρικάλων, την ευγενική
και πάντα χαμογελαστή Σοφία Ευαγγέλου.
2. ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΧΑΡΗ, «Εκ της
προϊστορικής Τρίκκης», Θεσσαλικά, 1-2 (1959), ΑΔ 20 (1965) και 21
(1966), Χρονικά.
3. Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ, ΑΔ 22
(1967), Χρονικά, σσ. 300-301.
4. Κ. ΓΑΛΛΗΣ, ΑΔ 31 (1976),
Χρονικά, σ, 175, ΑΔ ,38 (1983), Χρονικά, σ. 201 κ,ε., ΑΔ 42 (1987),
Χρονικά, σ. 282 κ.ε.
5. ΑΙΚ. ΚΥΠΑΡΙΣΣΗ-ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ,
«Προϊστορική κατοίκηση στο σπήλαιο της Θεόπετρας», Τρικαλινά, 11
(1991), σ. 205 κ.ε.
6. ΛΕΩΝΙΔΑΣ Π. ΧΑ
ΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ΑΕΘΣΕ, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης,Βόλος 2003,
σ. 71 κ.ε.
7. BR. ΗΕΙΙΥ, «Πλάτανος», ΑΔ
44 (1989), Χρονικά, σ. 244 & L DARMEZIN, «Αρχαιολο-γικές έρευνες
στην περιοχή του Πλατάνου», Τρικαλινά, 11 (1991), σ. 183 κ.ε.
8.L DARMEZIN,
ό.π., σ.
188.
9. Οι μέχρι τώρα
προϊστορικοί οικισμοί στον Νομό Τρικάλων δεν είναι πολλοί, ενώ ήδη
έχει αρχίσει μία πιο συστηματική καταγραφή αυτών. Οι περαιτέρω
έρευνες θα αποκαλύπτουν νέα στοιχεία για ανθρωπογενείς
δραστηριότητες κατά την προϊστορική εποχή και δη κατά την Ε-ποχή του
Χαλκού. Για την ΥΕ του Χαλκού σημαντική παραμένει η ανασκαφή του
Τύμβου του Εξαλόφου (Γ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ, ΑΔ 23 (1968), Χρονικά, σσ.
263-265).
10.Η επιλογή του θέματος γι’ αυτή την παρουσίαση δεν
έγινε τυχαία, αφού υπήρχαν και άλλα θέματα που αφορούσαν αμεσότερα
την πόλη των Τρικάλων, ήταν όμως η πρώτη ενέργεια από την πλευρά της
Τοπικής Αυτοδιοίκησης προς την Εφορεία μας, κατά την οποία χορηγήθη-κε
πίστωση για τη διενέργεια ανασκαφικής έρευνας.
Συγκεκριμένα ο Δήμος Παραληθαίων, ύστερα από εισήγηση
του προέδρου του Δ.Σ. κ. Θ.Νημά και Απόφαση του Δημοτικού του
Συμβουλίου, ενέκρινε πίστωση 23.000,00 € για τη διενέργεια σωστικής
-δοκιμαστικής ανασκαφής στο Δημoτικό Διαμέρισμα Πλατάνου, εξ
αιτίαςδημοτικού έργου. Και από τη θέση αυτή ευχαριστoύμε τον Δήμαρχο
(κ. Δ. Οικονόμου), το Δη-
τιoτικό Συμβoύλιo του Δήμoυ Παραληθαίων, τον κ. Θ.
Νημά και τους πολίτες του Δ. Δ. Πλατάνου για τη συμβoλή και τη
συμπαράστασή τους στο έργο μας.
11, L. DARMEZIN, ό,π. σ,
188,
12. Λ Π. ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ,,0
Προϊστορικός Οικισμός Πετρομαγούλας», Ανθρωπολο-γικά, 5 (1984), σ.
78.
13. Ανάλογο δάπεδο είχε
αποκαλυφθεί και στον προϊστορικό οικισμό της Πετρομαγούλας, δυτικά
του Διμηνίου, στην περιοχή του Βόλου. Λ. Π. ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ό.π.
14. χ. TZABEAAA-EVJEN,
Λιθαρές, Αθήνα, ΤΑΠΑ, 1984, σ. 162.
15. χ. TZABEAAA-EVJEN,
6.π., σσ. 150-152.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ASLANIS,
Ι., Kastanas.
Ausgrabungen in einem Siedlungshiigel der Bronze- und Eisenzeit
Makedoniens 1975-1979. Die friiibronzezeitlichen Funde und Befunde.
Priihistorische Archaologie in Sudosteuropa 4, Βερολίνο
1985.
CHRISTMANN,
EL, «Die Magoula νοη
Pevkakia und die Frtihbronzezeit ίη
Thessalien. Chronologie und extreme Kontakte», στο Πρακτικά
Διεθνούς Συνεδρίου για την Αρχαία Θεσσαλία, στη μνήμη του Δ.Ρ.
Θεοχάρη, Αθήνα 1992, 00. 201-204.
DARMEZIN, L, 1991.
«Αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του Πλατάνου», Τρικαλινά, 11
(1991), 183-191.
DICKINSON, Ο.Τ.Ρ.Κ., Η
Προέλευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού, Αθήνα 1992,
HANSCHMANN,
Ε“ «Die Deutschen
Ausgrabungen auf der Argissa -Magoula ίη
Thessalien», ιν, Die
Mittlere Bronzezeit, (1981),
HELLY, BR., «Πλάτανος», ΑΔ 44
(1989), Χρονικά, 244.
HOPPER, R. J., Οι Πρώτοι
‘Ελληνες, Από την Προϊστορία έως τις απαρχές της Ιστορίας,
Θεσσαλονίκη 1993.
MARAN, J.,
1992, «Die Deutschen Ausgrabungen auf der Pevkakia –Magoula
ίη Thessalien», ΙΙΙ,
Die Mittlere Bronzezeit, (1992) Βοηη.
MILOJCIC, VL.,
«Bericht uber die Deutschen Archaologischen Ausgrabungen
ίη Thessalien», ΑΑΑ νΙΙ
(1973), 43- 75.
TOUCHAIS, G.,
«Rapports preliminaires stir les fouilles de
Ι’ Aspis d’ Argos», BCH 99 (1975),
707- 708. 100 (1976) 755- 758, 108 (1984) 850-852.
TREUIL et al, Οι Πολιτισμοί
του Αιγαίου κατά τη Νεολιθική και την Εποχήτου Χαλκου, Αθήνα 1996,
VERMEULE, Ε., Ελλάς, Εποχή του
Χαλκου, Αθήνα 1983.
ΓΑΛΛΗΣ, Κ., «Πλατιά Μαγούλα
Ζάρκου», ΑΔ 31 (1976), Χρονικά, 175, ΑΔ 38 (1983), Χρονικά, 201-202,
ΑΔ 42 (1987), Χρονικά, 282-283,
ΘΕΟΧΑΡΗ, Μ» «Εκ της
προϊστορικής Τρίκκης», Θεσσαλικά, 1-2 (1959).
ΚΥΠΑΡΙΣΣΗ -ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΙΚ.
«Προϊστορική κατοίκηση στο Σπήλαιο της Θεόπετρας», Τρικαλινά, 11
(1991) 205-211.
ΤΖΑΒΕΛΛΑ -EVJEN, Χ., Λιθαρές,
Αθήνα, Τ ΑΠΑ, 1984,
ΧΑ ΤΖΗΑΠΕΛΑΚΗΣ, Λ Π., «0
Προϊστορικός οικισμός Πετρομαγούλας», Ανθρωπολογικά, 5 (1984).
ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, Λ. Π.,
«Δραστηριότητες στο ΒΔ τμήμα του Ν. Καρδίτσας», Το’Εργο των Εφορειών
Αρχαιοτήτων και Νεοτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟ στη Θεσσαλία και την
ευρυτερη περιοχή της (1990-1998),
1η Επιστημονική
Συνάντηση, Βόλος 2000, σσ. 381-394.
ΧΑ ΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, Λ Π., «Από τη
Συκεώνα στο Πετρωτό», Αρχαιολογικό ‘Εργο Θεσσαλίας και Στερεάς
Ελλάδας, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος. 27-02 έως
02-03-2003, Βόλος 2003, σσ. 71- 78.
ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ, Γ. Χ.,
«Κεφαλόβρυσο», ΑΔ 22 (1967), Χρονικά, 300-301.